- μῶμος
- -ου + ὁ N 2 14-1-0-2-6=23 Lv 21,17.18.21(bis).23ailment, infirmity Lv 21,17; blame, reproach, disgrace Sir 18,15Cf. BARTELINK 1961, 43-48; CAIRD 1976, 85; DOGNIEZ 1992, 214; LEE, J. 1983, 51; →MM; TWNT
Lust (λαγνεία). 2014.
Lust (λαγνεία). 2014.
Μῶμος — blame masc nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
μῶμος — blame masc nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
μώμος — Θεός των αρχαίων Ελλήνων, προσωποποίηση της χλεύης. Λέγεται ότι πέθανε από τη λύπη του, επειδή όσο και αν έψαξε δεν κατάφερε να βρει καμιά ατέλεια στην Αφροδίτη. Ο Μ. κρατούσε ραβδί που η πάνω άκρη του κατέληγε σε κεφάλι γυναίκας. * * * ο (Α… … Dictionary of Greek
Μῶμε — Μῶμος blame masc voc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
μῶμε — μῶμος blame masc voc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
Μῶμοι — Μῶμος blame masc nom/voc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
μῶμοι — μῶμος blame masc nom/voc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
Μῶμον — Μῶμος blame masc acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
μῶμον — μῶμος blame masc acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
Μώμοις — Μῶμος blame masc dat pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
Μώμου — Μῶμος blame masc gen sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)